: ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ O ΤΥΑΝΕΥΣ  ( 5022 )

hierophantis

  • : 42
  • Karma: 0
ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ O ΤΥΑΝΕΥΣ
« : 06, 2011, 21:51:07 »
Γεννήθηκε το έτος 4π.χ. στα Τύανα της Καππαδοκίας και πέθανε σε βαθιά γεράματα το 100μ.χ.  περίπου. Έμεινε γνωστός ως ο "Απολλώνιος ο Τυανέας".

Γι αυτόν τον Έλληνα φιλόσοφο γράφτηκαν πολλά από τους μετέπειτα ιστορικούς, φιλόσοφους και συγγραφείς. Ήταν μία πολύ σημαντική προσωπικότητα που έδρασε και επηρέασε σημαντικά την πορεία της εξέλιξης της φιλοσοφικής σκέψης της εποχής του.

 

Αναγνωρίστηκε ως "θείος Άνθρωπος" σχεδόν από όλους τους λαούς της Μεσογείου, στην εποχή του. Αργότερα όμως ξεχνιέται από τον πολύ κόσμο και συντροφεύει μόνο τη σκέψη εκείνων που αφιέρωσαν τη ζωή τους στη φιλοσοφία.

Καταγόταν από πλούσια οικογένεια και οι αναφορές για την γέννησή του είναι γεμάτες από συμβολικά στοιχεία. Αυτό συμβαίνει μόνο σε Ανθρώπους που έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο στην πορεία της Ανθρώπινης εξέλιξης.   

Ο Φιλόστρατος γράφει πως η μητέρα του Απολλώνιου είδε ένα όνειρο λίγο πριν από τη γέννησή του. Της παρουσιάστηκε στο όνειρό της ένας θεός.

Όταν τον ρώτησε για το μέλλον του παιδιού το οποίο θα γεννούσε, αυτός της απάντησε: Θα γεννήσεις Εμένα !  -

Και ποιός είσαι εσύ τον ρώτησε εκείνη. - Είμαι ο Π ρ ω τ ε ύ ς, ο θαλάσσιος γέρων.

 

Πράγματι ο Απολλώνιος, είχε την ικανότητα να προβλέπει το μέλλον σαν τον Πρωτέα, να ελέγχει όλες τις καταστάσεις και να διαφεύγει από κάθε κίνδυνο που συναντούσε.

Η μητέρα του Απολλώνιου, λίγο πριν τον γεννήσει πήγε σ' ένα λιβάδι για να μαζέψει λουλούδια. Εκεί νύσταξε και κοιμήθηκε, ενώ ένα σμήνος λευκών κύκνων την περικύκλωσε με σηκωμένα τα φτερά προς τον ουρανό, κάτω από τον ήχο ενός μελωδικού παιάνα.

Καθώς ξυπνούσε από αυτήν την εξαίσια μελωδία γέννησε τον θεόσταλτο Απολλώνιο, χωρίς πόνο. Ταυτόχρονα, ένας κεραυνός σταλμένος από τον Δία έπεσε δίπλα του χωρίς να τον αγγίξει. Από μικρή ηλικία φανερώθηκαν τα πλούσια χαρίσματά του.

 

Είχε μεγάλη ευφυΐα, πολύ δυνατή μνήμη και έκφραζε ότι διάβαζε με πολύ μεγάλη ευφράδεια. Ο πατέρας του τον έστειλε σε ηλικία 14 χρόνων στην Ταρσό της Κιλικίας, δίπλα στον μεγάλο ρήτορα Ευθύδημο από τη Φοινίκη, για να τον διαπαιδαγωγήσει.

Αργότερα πήγε στις Αιγές των Τυάνων, όπου μυήθηκε στη φιλοσοφία του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Χρύσιππου, του Επίκουρου και άλλων φιλοσόφων.

Δήλωνε θαυμαστής του Πυθαγόρα και έζησε σύμφωνα με τα πρότυπα του Πυθαγορισμού. Δώρισε την έπαυλή του στον τότε Δάσκαλο της Πυθαγόρειας σχολής Εύξενο και από 16 χρονών άρχισε να ζει πολύ πειθαρχημένα.

Δεν έτρωγε κρέας παρά μόνο χόρτα και καρπούς. Έπινε μόνο νερό και απέφευγε οτιδήποτε προερχόταν από ζώα. Μόνιμη κατοικία του ήταν τα Ιερά.

 

Ο Απολλώνιος ο Τυανέας ήταν ένας πραγματικός φιλόσοφος. Αυτό φαίνεται όχι μόνο από τις Διδασκαλίες που διέδωσε, άλλα κυρίως από τον τρόπο που τις εφάρμοζε. Ήταν ένας πρακτικός φιλόσοφος και για κάθε διδασκαλία του έβρισκε ένα πεδίο εφαρμογής μέσα στην κοινωνία.

Ο Φιλόστρατος αναφέρει πως σε κάθε χώρα που ταξίδευε έδινε συμβουλές στους άρχοντες οι οποίοι τις εφάρμοζαν προς όφελος όλων των ανθρώπων.

 

Δεν ήταν απλώς ένας ρήτορας αλλά ήταν ένας πραγματικός αναζητητής της αλήθειας. Μέσα από όλα τα φιλοσοφικά συστήματα αναζήτησε και βρήκε τις πιο εσωτερικές διδασκαλίες και τις έκανε τρόπο ζωής.

Ακολουθώντας πιστά τα διδάγματα του Πυθαγόρα ασκούσε αυστηρή δίαιτα για το σώμα και, σαν αποτέλεσμα της πνευματικής του εξέλιξης, άσκησε τον αυτοέλεγχο και την πενταετή σιωπή.

 

Η πρακτική εφαρμογή των διδασκαλιών τού πρόσφερε τη δυνατότητα να αναπτύξει υπερφυσικές δυνάμεις σε τέτοιο βαθμό που οι άνθρωποι τον θεοποίησαν.

 

Πάνω απ' όλα όμως, αυτό που χαρακτήρισε τον Απολλώνιο ήταν ότι σε όλη του την ζωή τον συνόδεψε η Αρετή.

 

Ταξιδεύοντας σχεδόν σε όλον τον τότε γνωστό κόσμο, σε Ανατολή και Δύση ήρθε σε επαφή με πολλά και διαφορετικά ιερατεία.

Οι Ιερείς τον αποδέχτηκαν σαν ένα μεγάλο Ιερέα ο οποίος είχε την ικανότητα να επικοινωνεί με άλλες διαστάσεις και άλλα υπερανθρώπινα όντα.

 

Σιγά-σιγά η φήμη του απλώθηκε σε όλες τις περιοχές της Παμφυλίας, της Κιλικίας, της Παλαιστίνης και της Αραβίας. Ταξίδεψε και στην Ινδία για να αναζητήσει εκεί τους Διδασκάλους για τους οποίους υπήρχε η φήμη ότι εφάρμοζαν τις διδασκαλίες που πρέσβευαν, για το καλό όλων των ανθρώπων. Έτσι ξεκίνησε ένα μακρυνό ταξίδι, αρκετά δύσκολο για την εποχή εκείνη και μέσα από θαυμαστές περιπέτειες φθάνει στη χώρα των φιλοσόφων. 

 

Σε όλα τα ταξίδια του τον ακολουθούσαν μαθητές του. Ο Δάμις ήταν ο πιο πιστός και αργότερα έγραψε με κάθε λεπτομέρεια τη βιογραφία του Δασκάλου του. 

Με βάση αυτά τα γραπτά ο Φλάβιος Φιλόστρατος έγραψε τον βίο του Απολλώνιου του Τυανέα. Υπάρχουν πολλές αναφορές για την ζωή και το έργο του μεγάλου φιλοσόφου.

Τον αναφέρουν ο Δίων Κάσσιος, ο Αμμιανός Μαρκελίνος, ο Λουκιανός Ιεροκλής, ο Ευσέβιος, ο Κασσιόδωρος, ο Φώτιος και πολλοί άλλοι. Ο γνωστός εσωτεριστής Ελφάς Λευϊ ερμηνεύει και αποκαλύπτει ερμητικές και αλχημικές διδασκαλίες που είναι διάσπαρτες μέσα στις αναφορές για τον Απολλώνιο.

Η Έλενα Πέτροβνα Μπλαβάτσκυ αφιερώνει ένα ειδικό κεφάλαιο σε έναν από τους τόμους της Μυστικής Διδασκαλίας, κατατάσσοντας τον Απολλώνιο στους μεγαλύτερους Μυημένους Διδασκάλους όλων των εποχών.

 

Η παράλληλη ανάπτυξη του χριστιανισμού, την εποχή εκείνη, είναι η βασική αιτία που η φήμη του Απολλώνιου καλύφθηκε με γκρίζα πέπλα και το έργο του έμεινε άγνωστο για πολλά χρόνια. 

 

Ο Απολλώνιος ασχολήθηκε με την αναγέννηση και την διατήρηση σε υψηλά επίπεδα, των Ιερατείων τα οποία βρίσκονταν γύρω από τη Μεσόγειο.

Ταξίδεψε στην Κύπρο, την Έφεσο, τη Χίο, τη Ρόδο, την Κρήτη, την Αθήνα και τη Σπάρτη. Αργότερα επισκέφτηκε την Αίγυπτο, την Ιταλία και την Ισπανία.

Ήρθε σε επαφή με Ρωμαίους αυτοκράτορες, τους οποίους συμβούλεψε και τους έστρεψε προς το Καλό.

 

Η θέλησή του για την αυστηρή εφαρμογή των Διδασκαλιών με στόχο το κοινό Καλό, τον έφερε σε σύγκρουση με το κατεστημένο κι έτσι φυλακίστηκε και εκδιώχθηκε από τον Δομιτιανό.

Γρήγορα όμως ελευθερώθηκε και συνέχισε απτόητος το ιερό του έργο.

 

 Μια προσεκτική μελέτη των αναφορών για τον Απολλώνιο αποκαλύπτει ότι ο μεγάλος αυτός φιλόσοφος εκδήλωνε πολύ φυσικά με απλό και αποτελεσματικό τρόπο τις υπερανθρώπινες δυνάμεις του.

 

Θεράπευσε πάρα πολλούς ανθρώπους από ανίατες ασθένειες, εμφανιζόταν σε πολλά και διαφορετικά μέρη ταυτόχρονα, έκανε προγνώσεις για το άμεσο μέλλον που σε λίγες μέρες επαληθεύονταν, καταλάβαινε όλες τις γλώσσες χωρίς ποτέ ο ίδιος να τις έχει διδαχθεί και τέλος του αποδίδονται ακόμα και αναστάσεις νεκρών.

 

 Ο ίδιος δεν έκανε επίδειξη των δυνάμεών του, άλλα βοηθούσε ανθρώπους και λαούς που είχαν άμεση ανάγκη, με στόχο την επαναφορά των ανθρώπων στο σωστό δρόμο.

 

Έτσι προκάλεσε το θαυμασμό και την αποδοχή χιλιάδων ανθρώπων άλλα και τη συκοφαντία και τη διαστρέβλωση των ενεργειών του από άλλους. 

Αν κάποιος έχει τη δυνατότητα να εμβαθύνει πιο πολύ στη μελέτη και την έρευνα για την ζωή και το έργο του Απολλώνιου, καταλαβαίνει ότι ο Απολλώνιος ξεφεύγει από τα ανθρώπινα πλαίσια.

Τον βλέπουμε να διορθώνει και να κατευθύνει ιερείς και ιερατεία για να αποκατασταθεί με πιο σωστό τρόπο η επικοινωνία των ανθρώπων με το θείο.

 

Διδάσκει τον σφαιρικό τρόπο αντίληψης των πραγμάτων, την ανεκτικότητα στο διαφορετικό, την αναζήτηση της αλήθειας και την αποφυγή από τον φανατισμό και τον δογματισμό που βλάπτει τους ανθρώπους.

Δίνει σημασία και στην παραμικρή λεπτομέρεια της καθημερινής ζωής του απλού ανθρώπου, γι αυτό τον βλέπουμε να κατευθύνει βασιλείς άλλα και να συγκρούεται με το κατεστημένο της εποχής, αμετακίνητος. 

Η ζωή και του έργο του Απολλώνιου του Τυανέα μπορεί να αποτελέσει πρότυπο και πηγή πρακτικών Διδασκαλιών, για όποιον θέλει να ακολουθήσει ένα δρόμο εξέλιξης, ένα δρόμο μαθητείας με ανοιχτό μυαλό και χωρίς προκαταλήψεις, με στόχο έναν καλύτερο άνθρωπο και μια καλύτερη κοινωνία.

 

 

Σε μεγάλα γηρατειά, κοντά στα 100, πραγματοποιείται το μέγα γεγονός της ανάληψης του Απολλώνιου στους ουρανούς.

Το δρώμενο στην Κρήτη καθόλου τυχαία, εκεί δηλαδή όπου όλα ξεκίνησαν, συνετέλεσθησαν πρώτα τα οργανωμένα αρχαία Ελληνικά Μυστήρια, στην μητρίδα του Μίνωακαι του Ραδάμανθυ δύο εκ των τριών κριτών του κάτω κόσμου και συγκεκριμένα στο ιερό σπήλαιο της Δίκτυνας, της πότνιας θηρών, της κυρίας των θηρίων, όχι τυχαία και αυτό περιγράφει πάλι ο Φιλόστρατος:

«Λοιπόν λένε πως πέθανε στην Λίνδο και πως μπήκε στο ιερό της Αθηνάς  και εκεί εξαφανίσθηκε. Στην Κρήτη λένε κάτι πιο θαυμαστό απ' ότι στην Λίνδο ότι δηλαδή ο Απολλώνιος ζούσε στην Κρήτη τότε που τον θαύμαζαν περισσότερο από κάθε άλλη φορά και ότι πήγε αργά το βράδυ στο ιερό της Δίκτυννας. Το ιερό αυτό φυλάγεται από σκυλιά γιατί μέσα υπάρχουν πολλά πλούτη και λένε οι Κρήτες πως τα σκυλιά αυτά είναι το ίδιο άγρια με τις αρκούδες ή οποιοδήποτε άλλο άγριο θηρίο. Όμως όταν πλησίασε ο Απολλώνιος, δεν γαύγισαν καθόλου, αντίθετα, τον πλησίασαν κουνώντας την ουρά, έτσι όπως δεν έκαναν ούτε σε κάποιον πολύ γνωστό. Οι φύλακες του Ιερού τον συνέλαβαν με την κατηγορία πως είναι μάγος  και ληστής και τον έδεσαν λέγοντας πως έριξε στα σκυλιά λίγο κρέας και σώπασαν. Ο Απολλώνιος τα μεσάνυχτα λύθηκε, φώναξε αυτούς που τον είχαν δέσει για να τον δουν, έτρεξε προς τις πόρτες του ιερού που άνοιξαν διάπλατα και έκλεισαν μόλις βγήκε, όπως ήταν κλεισμένες προηγουμένως, και ακουστήκαν παρθένες που τραγουδούσαν το έξης τραγούδι: «Πορεύσου από την γη, πορεύσου στον ουρανό, πορεύσου», δηλαδή ανέβα πάνω από τη γη» ΒΙΒΛΙΟ Θ»΄ ΚΕΦ. XXX

 

Μετά την ανάληψη του Απολλώνιου πολλές συζητήσεις εγένοντο σχετικά με το απίστευτο γεγονός της αναλήψεως του.

Πολλοί δεν το πίστευαν και πεισματικά αρνούντο ότι συνέβη.

Μία τέτοια περίπτωση μας περιγράφει και ο Φιλόστρατος ότι συνέβη στα Τύανα αρκετό καιρό μετά όταν:

«Είχε πάει στα Τύανα ένας θρασύς νέος, έτοιμος για φιλονικία και χωρίς διάθεση να παραδεχθεί την αλήθεια. ο Απολλώνιος είχε ήδη φύγει από τους ανθρώπους, ωστόσο όλοι εξακολουθούσαν να είναι έκπληκτοι για την μεταβολή της φύσης του, κανείς όμως δεν τολμούσε να πει πως δεν είναι αθάνατος. Γι' αυτό και οι περισσότερες συζητήσεις αφορούσαν την ψυχή, γιατί ήταν εκεί και πολλοί νέοι πού είχαν έφεση προς την σοφία. Ο νέος όμως περί ου ο λόγος, δεν συμφωνούσε καθόλου με την αθανασία της ψυχής και είπε: «Εγώ, φίλοι, εδώ και δέκα μήνες σχεδόν παρακαλώ τον Απολλώνιο να μου αποκάλυψη την αλήθεια σχετικά με την ψυχή, όμως είναι τόσο νεκρός που δεν μ' ακούει που τον παρακαλώ ούτε με πείθει για την αθανασία του». «Έτσι είπε ο νέος, και μετά από πέντε μέρες, ενώ συζητούσαν για τα ίδια πράγματα κι αυτόν τον πήρε ο ύπνος εκεί που μιλούσαν και οι άλλοι νέοι ήταν απασχολημένοι με τα βιβλία και με γεωμετρικούς τύπους που τους χάραζαν πάνω στην γη, πετάχτηκε από τον ύπνο του σαν μανιασμένος και, μισοκοιμισμένος ακόμα, με τον ιδρώτα του να τρέχει ποτάμι, φώναζε: «Σε πιστεύω». Όταν τον ρώτησαν τι έχει πάθει «δεν βλέπετε», είπε, «τον σοφό Απολλώνιο που είναι ανάμεσα μας, ακούει τις συζητήσεις μας και ψάλλει ραψωδίες υπέροχες για την ψυχή;» «Πού είναι;» του είπαν «δεν τον βλέπουμε πουθενά, αν και θα το θέλαμε περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο ανθρώπινο αγαθό». «Φαίνεται πως μόνο σε μένα παρουσιάσθηκε για να με πείσει για όσα δεν πίστευα», είπε ο νέος. «Ακούστε τι λέει: Η ψυχή είναι αθάνατη και δεν ανήκει σε σένα, άλλα στην θεία πρόνοια. Το σώμα μαραίνεται κι αυτή σαν γρήγορο άλογο ελευθερώνεται από τα δεσμά, φεύγει γρήγορα και γίνεται ένα με τον ελαφρό αέρα αποδοκιμάζοντας την φοβερή και δυσβάσταχτη φροντίδα. Τι θα κερδίσεις μ' αυτά; Κάποτε, που δεν θα υπάρχεις πια, θα τα πιστέψεις. Όσο είσαι ζωντανός γιατί προσπαθείς να βρεις εξηγήσεις σ' αυτά; Αυτό ήταν σαφής ομιλία του Απολλωνίου, σαν λόγια θεού, για τα μυστήρια της ψυχής για να βαδίζουμε εύθυμοι και με γνώση της φύσης μας στον δρόμο που ορίζουν οι Μοίρες. Τάφο ή κενοτάφιο του  ανδρός δεν είδα πουθενά, παρ' όλο που επισκέφτηκα το μεγαλύτερο τμήμα της γης. Παντού λέγονται ιστορίες παράδοξες που μιλούν για την θεϊκή φύση του. Στο ιερό του στα Τύανα γίνονται τελετές που ταιριάζουν σε βασιλιάδες γιατί ακόμα και αυτοί τον θεωρούσαν άξιο να τιμάται με τον τρόπο που τιμώνται οι ίδιοι» (ΒΙΒΛΙΟ Θ΄, Κεφ. ΧΧΧΙ)

 

Είναι πασίγνωστο ότι η Ιστορία γράφεται από τους νικητές.

 

Έτσι η διαδεδομένη για την εποχή εκείνη διδασκαλία του Απολλώνιου, πέρασε από τους υπέρμαχους της νέας θρησκείας σε αυτήν. Υπάρχουν καταπληκτικές ομοιότητες μεταξύ των θαυμάτων του Απολλωνίου, και αυτών που αναφέρονται στην Καινή Διαθήκη.

Και όλα αυτά διότι το 325  η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος αφομοίωσε την διδασκαλία και την μεγάλη φήμη του Τυανέα, και μαζί με τον Πυθαγορισμό, δημιουργήθηκε το νέο δόγμα.

Ασχέτως αν από την πρώτη σύνοδο ως την τελευταία, κάθε νέα καταργούσε την προηγούμενη… αλλά αυτό είναι άλλο θέμα…

Οι δε γραφιάδες της Α’ Συνόδου, ονομάστηκαν αργότερα….. πατέρες της εκκλησίας της Νικαίας. Ο ευεργέτης βέβαια της υπόθεσης ως γνωστόν είναι ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο οποίος ανακηρύχτηκε μέγας, άγιος και ισαπόστολος. Τώρα αν αυτός που σκότωσε τον γιο του Κρίσπο, τη γυναίκα του Φαύστα, τον πεθερό του Μαξιμιανό, το γα
« : 07, 2011, 13:09:37 hierophantis »

ÏñöÝáò

  • Äéá÷åéñéóôÞò
  • ******
  • : 1.715
  • Karma: 0
Áð: ÁÐÏËËÙÍÉÏÓ O ÔÕÁÍÅÕÓ
« #1 : 06, 2011, 22:32:36 »
ÔÁ ÈÁÕÌÁÔÁ ÔÏÕ ÁÐÏËËÙÍÉÏ ÔÏÕ ÔÕÁÍÅÁ

ÔÏ ÈÁÕÌÁ ÔÇÓ ÐÏËÕÃËÙÓÓÉÁÓ

Ôïí ðëçóßáóå ï ÄÜìéò ï Íßíéïò, ãéá ôïí üðïéï áíÝöåñá óôçí áñ÷Þ ðùò ôáîßäåøå ìáæß ôïõ, áöïìïßùóå ôçí óïößá ôïõ êáé äéÝóùóå ðïëëÜ ó÷åôéêÜ ìå ôçí æùÞ ôïõ. Áõôüò, èáõìÜæïíôáò ôïí êáé åðéèõìþíôáò íá ôïí áêïëïõèÞóåé óôï ôáîßäé ôïõ, ôïõ åßðå: «Áò öýãïõìå, Áðïëëþíéå, åóý áêïëïõèþíôáò ôïí èåü êé åãþ åóÝíá. Èá äåéò ðùò áîßæù. «Áí äåí ãíùñßæù ôßðïôå Üëëï, îÝñù óßãïõñá ôïí äñüìï ðïõ ïäçãåß óôçí Âáâõëþíá, ôéò ðüëåéò ðïý óõíáíôÜåé êáíåßò êáé ôá ÷ùñéÜ, ãéáôß ðñüóöáôá åðÝóôñåøá áðü êåé, üðïõ õðÜñ÷ïõí ðïëëÜ áãáèÜ. Áêüìç îÝñù ôéò âáñâáñéêÝò ãëþóóåò, ðïý åßíáé äéáöïñåôéêÝò. «¢ëëç åßíáé ôùí Áñìåíßùí, Üëëç ôùí ÌÞäùí êáé Ðåñóþí, Üëëç ôùí Êáäïõóßùí. «Åãþ, ößëå ìïõ», åßðå ï Áðïëëþíéïò, «üëåò ôéò êáôáëáâáßíù, ÷ùñßò íá Ý÷ù ìÜèåé êáììßá».

Ï Íßíéïò áðüñçóå êáé ï Áðïëëþíéïò ôïõ åßðå: «Ìçí áðïñåßò ðïõ îÝñù üëåò ôéò áíèñþðéíåò ãëþóóåò, ãéáôß îÝñù áêüìç êé áõôÜ ðïý áðïóéùðïýí ïé Üíèñùðïé». Ï Áóóýñéïò, ìüëéò Üêïõóå áõôÜ, Ýíéùóå äÝïò êáé ôïí Ýâëåðå óáí èåü. «¢ñ÷éóå íá ôïí óõíáíáóôñÝöåôáé, íá ùöåëåßôáé áðü ôçí óïößá ôïõ êáé íá áðïìíçìïíåýåé üóá ìÜèáéíå» (Êåö. Á´ XIX ). Êáé ãñÞãïñá Ýäùóå áðïäåßîåéò ãéá ôïõ ëüãïõ ôï áëçèÝò óôçí Ðåñóßá üôáí ìéëþíôáò ÐåñóéêÜ: «¼ åõíïý÷ïò åîåðëÜãç, åðåéäÞ Ýâëåðå ðùò ïýôå äéåñìçíÝá ÷ñåéáæüôáí êáé åðßóçò áðáíôïýóå ìå åõêïëßá êáé Üöïâá. Ôïõ åßðå ëïéðüí ðáñáêëçôéêÜ, áëëÜæïíôáò ðéá ôïí ôüíï ôçò öùíÞò ôïõ: «Ãéá üíïìá ôïõ èåïý, ðïéïò åßóáé;»

Ðáßñíïíôáò ôïí ëüãï ï Áðïëëþíéïò ôïõ åßðå: «ÅðåéäÞ ñùôÜò ìå ìåôñéïðÜèåéá êáé áíèñþðéíá, Üêïõ ðïéïò åßìáé. Åßìáé ï ÔõáíÝáò Áðïëëþíéïò êáé ðçãáßíù óôïí âáóéëéÜ ôùí Éíäþí ãéá íá ãíùñßóù ôçí ÷þñá ôïõ. Èá Þèåëá üìùò íá óõíáíôÞóù êáé ôïí äéêü óïõ âáóéëéÜ, äéüôé üóïé ôïí óõíÜíôçóáí ëÝíå ðùò äåí åßíáé êáêüò, áí âÝâáéá åßíáé áõôüò ï ÏõáñäÜíçò ðïõ êÜðïôå åß÷å ÷Üóåé ôçí åîïõóßá ôïõ êáé ôþñá ôçí Ý÷åé îáíááðïêôÞóåé». «Áõôüò åßíáé, èåúêÝ Áðïëëþíéå», åßðå. «Áðü ðáëéÜ Ý÷ïõìå áêïýóåé ãéá óÝíá» (Êåö. Á´ XXI).

ÔÏ ÈÁÕÌÁ ÌÅ ÔÁ ÓÐÏÕÑÃÉÔÉÁ

ÓõíÝâç óôçí ¸öåóï óå ìßá áðü ôéò ïìéëßåò ôïõ ðñïò ôïõò êáôïßêïõò ôçò ðüëåùò. ÐåñéãñÜöåé ï Öéëüóôñáôïò. «ÊÜðïôå ðïõ ìéëïýóå ó÷åôéêÜ ìå ôçí êïéíïêôçìïóýíç êáé äßäáóêå üôé ôá ìÝëç ôçò êïéíùíßáò ðñÝðåé íá áëëçëïâïÞèéïõíôáé, ðÜíù óôá äÝíôñá êÜèïíôáí óðïõñãßôéá óéùðçëÜ êáé ìüíï Ýíá áð' áõôÜ ðÝôáîå âãÜæïíôáò öùíÞ óáí íá Þèåëå íá ðáñáêßíçóç ôá õðüëïéðá ãéá êÜôé. ÁõôÜ, ìüëéò Üêïõóáí ôçí öùíÞ, óçêþèçêáí êáé ðÝôáîáí öùíÜæïíôáò êÜôù áðü ôçí êáèïäÞãçóç ôïõ åíüò. Ï Áðïëëþíéïò óõíÝ÷éóå ôçí ïìéëßá ôïõ ãéáôß Þîåñå ôé Ýêáíå ôá óðïõñãßôéá íá ðåôÜîïõí. Äåí ôï åîÞãçóå üìùò óôïõò Üëëïõò.

ÅðåéäÞ ðáñ' üëá áõôÜ üëïé óÞêùóáí ôá ìÜôéá ôïõò øçëÜ êïéôÜæïíôáò ôá ðïõëéÜ êáé ìåñéêïß áðü Üãíïéá èåþñçóáí ôï ðåñéóôáôéêü áîéïðåñßåñãï, ï Áðïëëþíéïò îÝöõãå áðü ôçí ñïÞ ôïõ ëüãïõ ôïõ êáé åßðå: «¸íá ðáéäß, åíþ ìåôÝöåñå óéôÜñé ìÝóá óå äï÷åßï, ãëßóôñçóå. Óôçí óõíÝ÷åéá óõãêÝíôñùóå ôïõò óðüñïõò áðñüóå÷ôá êáé Ýöõãå, áöÞíïíôáò ðïëëïýò óêüñðéïõò óôï ôÜäå óôåíü. Ôï óðïõñãßôé áõôü åß÷å ôçí ôý÷ç íá äç ôï óõìâÜí êáé Þñèå íá áíáããåßëåé êáé óôá Üëëá ôï áðñüóìåíï åýñçìá êáé íá ôá êáëÝóåé íá óõìöÜãïõí».

Ïé ðåñéóóüôåñïé áêñïáôÝò Ýöõãáí íá ðÜíå åêåß, êáé ï Áðïëëþíéïò óõíÝ÷éóå íá ìéëÜåé ó' áõôïýò ðïõ ðáñÝìåéíáí óõíå÷ßæïíôáò ôïí ëüãï ðïõ åß÷å óôï ìõáëü ôïõ ðåñß êïéíïêôçìïóýíçò. ¼ôáí Þñèáí êáé ïé Üëëïé, öùíÜæïíôáò êáé ãåìÜôïé èáõìáóìü, åßðå: «ÂëÝðåôå ìå ðüóç åðéìÝëåéá ôá óðïõñãßôéá öñïíôßæïõí ôï Ýíá ôï Üëëï êáé ÷áßñïíôáé ì' áõôÞí ôçí êïéíïêôçìïóýíç. Åìåßò áðáîéïýìå ãéá êÜôé ôÝôïéï êé áí äïýìå êÜðïéïí íá ìïéñÜæåôáé ü,ôé Ý÷åé ìå Üëëïõò, ôïí êáôçãïñïýìå ãéá óðáôÜëç, Ýðáñóç êáé ôá ðáñüìïéá, åíþ áõôïýò ðïý öñïíôßæåé ôïõò ëÝìå ðáñÜóéôá êáé êüëáêåò» (Âéâëßï Ä´ êåö. III).

Ï ÁÐÏËËÙÍÉÏÓ ÓÔÁÌÁÔÁ ÔÏÍ ËÉÌÏ ÔÇÓ ÅÖÅÓÓÏÕ ÊÁÉ Ï ÄÇÈÅÍ ÔÕÖËÏÓ ÄÁÉÌÏÍÁÓ

«Áöïý óõãêÝíôñùóå ôïõò ÅöÝóéïõò, ôïõò åßðå: «ÊïõñÜãéï, óÞìåñá èá óôáìáôÞóù ôçí áññþóôéá». ÁìÝóùò óõãêÝíôñùóå ìéêñïýò êáé ìåãÜëïõò óôï èÝáôñï, üðïõ õðÞñ÷å Üãáëìá ôïõ Áðïôñüðáéïõ. Åêåß åßäå ôçí ìïñöÞ åíüò ãÝñïõ ìå ìÜôéá ìéóüêëåéóôá ôå÷íçôÜ, óáí ôõöëÜ, ðïý êñáôïýóå óáêêïýëé ìå Ýíá êïììÜôé øùìß êáé Þôáí ñáêÝíäõôïò ìå óé÷áìåñü ðñüóùðï. «¸âáëå ãýñù ôïõ ôïõò ÅöÝóéïé êáé åßðå: «×ôõðÜôå ôïí å÷èñü ôùí èåþí, áöïý ìáæÝøåôå üóï ôï äõíáôüí ðåñéóóüôåñåò ðÝôñåò». Ïé ÅöÝóéïé áðïñïýóáí ìå ôá ëüãéá ôïõ êáé èåùñïýóáí öïâåñü íá óêïôþóïõí Ýíá îÝíï, ðïý âñéóêüôáí óå ôüóï Üèëéá êáôÜóôáóç, êáé ôïõò éêÝôåõå êáé æçôïýóå ôï Ýëåïò ôïõò. Ùóôüóï, ï Áðïëëþíéïò åðÝìåíå íá ôïõò ðáñáêéíåß íá ñß÷íïõí ðÜíù ôïõ êáé íá ìçí ôïí áöÞóïõí íá öýãåé. Ìüëéò Üñ÷éóáí ìåñéêïß íá ñß÷íïõí ðÝôñåò, áõôüò, ðïý öáéíüôáí ôõöëüò, åßäå.

Ôá ìÜôéá ôïõ öÜíçêáí ãåìÜôá öùôéÜ. Ïé ÅöÝóéïé êáôÜëáâáí üôé õðÞñ÷å êÜðïéïò äáßìïíáò êáé ðÝôáîáí ðÝôñåò ìÝ÷ñé ðïõ ôïí óêÝðáóáí ìå ëßèéíç óôÞëç. ÌåôÜ áðü ëßãï ï Áðïëëþíéïò ôïõò åßðå íá áðïìáêñýíïõí ôéò ðÝôñåò êáé íá áíáãíùñßóïõí ôï èçñßï ðïõ åß÷áí óêïôþóåé. Áöïý ëïéðüí îåóêåðÜóôçêå áõôüò ðïõ íüìéæáí üôé åß÷áí ÷ôõðÞóåé, åêåßíïò åß÷å åîáöáíéóèåß êáé óôçí èÝóç ôïõ áíôßêñéóáí Ýíá óêýëï, ðáñüìïéï óôçí ìïñöÞ ìå ôá óêõëéÜ ôùí Ìïëïóóþí êáé óôï ìÝãåèïò ßóï ìå ôï ðéï ìåãÜëï ëéïíôÜñé, ëéùìÝíï áðü ôéò ðÝôñåò, ðïý Ýâãáæå áöñïýò áðü ôá óôüìá üðùò ïé ëõóóáóìÝíïé» (Âéâëßï Ä´ êåö. ×).

ÔÏ ÈÁÕÌÁ ÔÇÓ ÈÅÑÁÐÅÉÁÓ ÔÏÕ ÄÁÉÌÏÍÉÓÌÅÍÏÕ

Áõôü ôï èáýìá óõíÝâç óôçí ÁèÞíá üôáí Ýíáò íÝïò áðü ôçí ÊÝñêõñá ðåñéãÝëáóå ôçí ðñïôñïðÞ ôïý Áðïëëþíéïõ óå ìßá ïìéëßá ôïõ, íá ìçí ðßíïõí áðü ôï óðïíäéêü ðïôÞñé, Üëëá íá ôï öõëÜíå ìüíï ãéá ôéò óðïíäÝò ãéá ôïõò èåïýò. ¼ôáí ëïéðüí ï íÝïò óõíÝ÷éóå íá ãåëÜåé êáé íá õâñßæåé Ýôóé ôïõò èåïýò ôüôå: «ôïí êïßôáîå êáé åßðå: «Äåí åßóáé åóý ï õâñéóôÞò Üëëá ï äáßìïíáò ðïý óå êõñßåõóå ÷ùñßò íá ôï îÝñåéò». ÐñÜãìáôé ï íÝïò åß÷å êõñéåõèåß áðü äáßìïíá åí áãíïßá, ôïõ, äéüôé ãåëïýóå ãéá ðñÜãìáôá ðïõ óå Üëëïõò äåí ðñïêáëïýóáí ãÝëéï, Ýêëáéãå ÷ùñßò áéôßá, ìéëïýóå ìüíïò ôïõ êáé ôñáãïõäïýóå.

Ðïëëïß íüìéæáí üôé ç ïñìÞ ôçò íéüôçò ôïõ ïäçãïýóå ó' áõôÜ. «¼ìùò åêåßíïò áðïôåëïýóå öåñÝöùíï ôïõ äáßìïíá êáé Ýìïéáæå ìåèõóìÝíïò, ìå ôéò áíïçóßåò ðïý Ýêáíå ôüôå. ¼ôáí ôïí êïßôáîå ï Áðïëëþíéïò, ôï äáéìüíéï Ýâãáëå öùíÞ öïâéóìÝíç êáé ïñãéóìÝíç, óáí Üíèñùðïò ðïý êáßãåôáé Þ âáóáíßæåôáé, êáé ïñêßóèçêå íá åãêáôÜëåéøç ôïí íÝï êáé íá ìçí êáôáêõñßåõóç êáíÝíáí Üëëï Üíèñùðï. ¼ôáí ï Áðïëëþíéïò ïñãéóìÝíïò, óáí áöÝíôçò ðïõ ìéëïýóå óå äïýëï ôïõ áíáîéüðéóôï, ðáíïýñãï, áíáéäÞ êáé ôá ðáñüìïéá, ôïõ åßðå íá áðïäåßîåé ìå óçìÜäé üôé ðñÜãìáôé Ýôóé èá Ýêáíå, ôïõ åßðå: «Èá ñßîù êÜôù ôïí äåßíá áíäñéÜíôá», äåß÷íïíôáò ðñïò ôçí ÂáóéëéêÞ óôïÜ, üðïõ äéáäñáìáôéæüôáí ôï ðåñéóôáôéêü. Ï áíäñéÜíôáò êïõíÞèçêå ðñþôá êáé Ýðåéôá Ýðåóå.

Ðïéïò èá ìðïñïýóå íá ðåñéãñáöÞ ôïí èüñõâï ðïõ áêïëïýèçóå êáé ôï ÷åéñïêñüôçìá ôùí ðáñåõñéóêïìÝíùí ãéá ôï èáýìá, ôüôå ï íÝïò, óáí íá åß÷å ìüëéò îõðíÞóåé, Ýôñéøå ôá ìÜôéá ôïõ êáé êïßôáîå ðñïò ôïí Þëéï. ÅðåéäÞ üëïé åß÷áí óôñáììÝíï ôï âëÝììá ôïõò ðÜíù ôïõ, íôñÜðçêå. Åß÷å ÷áèåß ôï áäéÜíôñïðï ýöïò ôïõ êé ïé ôñåëÝò ìáôéÝò ôïõ áðü äþ êé áðü êåé êáé åß÷å åðáíÝëèåé óôï öõóéïëïãéêü ôïõ óáí íá åß÷å èåñáðåõèåß ìå öÜñìáêá. ÐáñÜôçóå ôéò ðïëõôåëåßò ÷ëáìýäåò êáé ôá åëáöñéÜ åíäýìáôá, êáé ãåíéêÜ ôïí Óõâáñéôéêü ôñüðï æùÞò, Ýãéíå åñáóôÞò ôÞò ëéôüôçôáò êáé ôïý öéëïóïöéêïý ôñßâùíá, êáé áðïãõìíþèçêå áðü ôéò ðáëéÝò ôïõ óõíÞèåéåò ãéá íá õéïèÝôçóç åêåßíåò ôïý Áðïëëþíéïõ» (Âéâëßï Ä´ êåö. XX )

ÔÏ ÈÁÕÌÁ ÔÇÓ ÁÍÁÓÔÁÓÇÓ ÔÇÓ ÍÅÊÑÇÓ ÊÏÑÇÓ

«Åíá áðü ôá óçìáíôéêüôåñá èáýìáôá ôïõ ìåãÜëïõ äéäáóêÜëïõ Þôáí áõôü ðïõ óõíÝâç óôçí Ñþìç, ðïõ ìáò ôï ðåñéãñÜöåé êáé áõôü ìå áñêåôÝò ëåðôïìÝñåéåò ï Öéëüóôñáôïò. «¸íá áðü ôá èáýìáôá ôïõ Áðïëëþíéïõ åßíáé êáé ôï Ýîçò. Ìßá êïðÝëá åß÷å ðåèÜíåé, üðùò öáéíüôáí, ôïí êáéñü ôïõ ãÜìïõ ôçò êáé ï ãáìðñüò áêïëïõèïýóå ôï öÝñåôñï èñçíþíôáò ãéá ôïí áíïëïêëÞñùôï ãÜìï. Ìáæß ôïõ èñçíïýóå üëç ç «Ñþìç ãéáôß ç êïðÝëá êáôáãüôáí áðü ïéêïãÝíåéá õðÜôùí. Ï «Áðïëëþíéïò Ýôõ÷å íá ðáñåõñåèåß ó' áõôÞ ôçí óõìöïñÜ êáé åßðå: «ÁöÞóôå êÜôù ôï öÝñåôñï êé åãþ èá äþóù ôÝëïò óôá äÜêñõá ðïõ ÷ýíåôå ãéá ôçí íÝá».

ÁìÝóùò ñþôçóå ôï üíïìá ôçò êïðÝëáò. Ïé ðåñéóóüôåñïé íüìéóáí ðþò èá åêöþíçóç ëüãï, óáí ôïõò åðéêÞäåéïõò ðïõ óõíÞèéæáí èñÞíïõò, üìùò ï «Áðïëëþíéïò ôï ìüíï ðïõ Ýêáíå Þôáí íá áããßîåé ôçí êïðÝëá êáé, áöïý øéèýñéóå êÜôé, îýðíçóå ôçí êïðÝëá áðü ôïí öáéíïìåíéêü èÜíáôï. Ç íÝá Ýâãáëå ìßá öùíÞ êáé åðÝóôñåøå óôï óðßôé ôïõ ðáôÝñá ôçò, üðùò ç ¢ëêçóôç, üôáí ï ÇñáêëÞò ôçí îáíáÝöåñå óôçí æùÞ. Ïé óõããåíåßò Þèåëáí íá ôïõ äþóïõí ÷ñçìáôéêÞ áìïéâÞ åêáôüí ðåíÞíôá ÷éëéÜäåò, üìùò ôïõò åßðå íá êñáôÞóïõí ôá ÷ñÞìáôá ãéá ôçí ðñïßêá ôçò íÝáò» (×LV).

ÔÏ ÌÅÃÁ ÈÁÕÌÁ ÔÇÓ «ÏÐÔÁÓÉÁÓ» ÔÏÕ ÁÐÏËËÙÍÉÏÕ

Ôï 81 ì.×. âáóéëåýåé óôçí Ñþìç ï Äïìéôéáíüò. Áñ÷éêÜ âáóßëåõóå êáëÜ, áëëÜ óôçí óõíÝ÷åéá ç âáóéëåßá ôïõ Ýãéíå ìßá áöüñçôç ôõñáííßá ãéá ôïõò õðçêüïõò ôïõ. Ïé êáôçãïñßåò ôïõ Áðïëëþíéïõ êáôÜ ôïõ ÁõôïêñÜôïñá êáé ç áëëçëïãñáößá ôïõ ìå ôïõò ößëïõò ôïõ Ñïýöï, ¼ñöéôï êáé ÍÝñâá ðïõ åîüñéóå ï Äïìéôéáíüò ôï 92 ì.×. áðü ôçí Ñþìç ï Äïìéôéáíüò, Ýãéíáí ïé âáóéêÝò áéôßåò ãéá ôçí óýëëçøç ôïõ êáé ôéò êáôçãïñßåò åíáíôßïí ôïõ. Öõëáêßæåôáé, äéêÜæåôáé, êáé ôçí çìÝñá ôçò äßêçò ôïõ åîáöáíßæåôáé ìÝóá áð' ôï äéêáóôÞñéï êáé ðáñïõóéÜæåôáé 200 ÷éëéüìåôñá ðéï ìáêñõÜ óôïí ÷þñï ôçò Äéêáéáñ÷ßáò, üðïõ åß÷å óôåßëåé ðñéí ôïí ÄÜìé ðñïöçôåýïíôáò ôïõ íá ðÜåé åêåß êáé íá ðåñéìÝíåé, ìáæß ìå ôïí ÄçìÞôñéï üôáí áêüìá åõñßóêåôï óôçí öõëáêÞ. «Áò áöÞóïõìå üìùò êáé ðÜëé ôïí Öéëüóôñáôï íá ìáò äéçãçèåß.

«Ï ÄÜìéò åß÷å îåóðÜóåé óå äÜêñõá êáé åßðå: «¢ñáãå, èåïß, èá îáíáäïýìå ðïôÝ ôïí êáëü êáé åíÜñåôï ößëï;». Ï Áðïëëþíéïò ðïõ Þäç åß÷å ðáñïõóéáóèåß óôï óðÞëáéï ôùí íõìöþí, ôïí Üêïõóå êáé åßðå: «Èá äåßôå Þ ìÜëëïí Þäç ôïí åßäáôå». «Æùíôáíü;» åßðå ï ÄçìÞôñéïò «ãéáôß áí åßóáé ðåèáìÝíïò, äåí èá óôáìáôÞóïõìå íá èñçíïýìå ãéá óÝíá». Ï Áðïëëþíéïò Üðëùóå ôï ÷Ýñé ôïõ êáé åßðå: «ÐéÜóå ìå, êé áí óïõ îåöýãù, åßìáé ïðôáóßá ðïõ Þñèå áðü ôïí êüóìï ôçò Ðåñóåöüíçò, óáí êé áõôÝò ðïý óôÝëíïõí ïé èåïß ôïõ êÜôù êüóìïõ óå üóïõò ç ëýðç ôïõò åßíáé äõóâÜóôá÷ôç. «Áí ìå áêïõìðÞóåéò êáé äåí ÷áèþ, ðåßóå êáé ôïí ÄÜìé üôé åßìáé æùíôáíüò êáé äåí Ý÷ù ÷Üóåé ôï óþìá ìïõ». Äåí ìðïñïýóáí ðéá íá åßíáé äýóðéóôïé, óçêþèçêáí, ôïí áãêÜëéáóáí, ôïí öéëïýóáí êáé ôïí ñùôïýóáí ãéá ôçí áðïëïãßá. ï ÄçìÞôñéïò íüìéæå ðùò äåí åß÷å êáí áðïëïãçèåß, ãéáôß áëëéþò èá èáíáôùíüôáí áêüìá êáé ÷ùñßò íá Ý÷åé áðïäåé÷èåß ç åíï÷Þ ôïõ. Ï ÄÜìéò åß÷å ôçí ãíþìç ðùò åß÷å áðïëïãçèåß, üìùò óõíôïìüôåñá áð' ü,ôé ðåñßìåíáí, ãéáôß äåí öáíôáæüôáí ðùò åß÷å ôåëåéþóåé ôçí áðïëïãßá ôïõ åêåßíç ôçí ìÝñá.

Ï Áðïëëþíéïò åßðå: «¸÷ù áðïëïãçèåß, ößëïé ìïõ, êáé áðáëëÜ÷èçêá áðü ôçí êáôçãïñßá. Ç áðïëïãßá ìïõ ôåëåßùóå óÞìåñá, ðñéí áðü ëßãåò þñåò, üôáí êüíôåõå ðéá ìåóçìÝñé». «Ðþò ëïéðüí», åßðå ï ÄçìÞôñéïò, «êáôÜöåñåò íá êÜëõøçò ôüóï ìåãÜëç áðüóôáóç óå ôüóï ìéêñü ÷ñïíéêü äéÜóôçìá;». Ï Áðïëëþíéïò åßðå: «¸êôïò áðü éðôÜìåíï êñéÜñé êáé öôåñÜ êïëëçìÝíá ìå êåñß öáíôÜóïõ ü,ôé Üëëï èÝëåéò êáé èåþñçóå áõôü ôï ôáîßäé èåúêü Ýñãï». «ÐÜíôá ðßóôåõá», åßðå ï ÄçìÞôñéïò, «ðùò ïé ðñÜîåéò êáé ôá ëüãéá óïõ åßíáé èåüðíåõóôá, êáé óå êÜðïéï èåü ïöåßëåôáé áõôü ðïõ ôþñá óõìâáßíåé» (XII).

ÁõôÜ ôá öïâåñÜ ëïéðüí óõíÝâçóáí, üôáí ï Áðïëëþíéïò èá Ýðñåðå êáíïíéêÜ íá åêåßôï íåêñüò êÜðïõ óôçí «Ñþìç, áöïý ïé êáôçãïñßåò ðïý åß÷å äå÷èåß, ïäçãïýóáí óßãïõñá óôçí ðïéíÞ ôïõ èáíÜôïõ. Êáé ðïéåò Þôáí ïé êáôçãïñßåò åíáíôßïí ôïõ;
Ðñþôïí: Óõíùìïóßá êáôÜ ôïõ áõôïêñÜôïñá, ìáæß ìå ôïí êýêëï ôïõ ÍÝñäá.
Äåýôåñïí: Êáôçãïñßá Ìáãåßáò êõñßùò ëüãù ôçò ìáíôéêÞò éêáíüôçôáò ôïõ Áðïëëþíéïõ.
Ôñßôïí: Êáôçãïñßá üôé ôï ðëÞèïò ëüãù ôùí éêáíïôÞôùí ôïõ, ôùí èáõìÜôùí êáé ôùí ðñïöçôéþí ôïõ, ôïí ëáôñåýåé óáí èåü.

Êáé ç áðÜíôçóç ôïõ Áðïëëþíéïõ óå üëá áõôÜ; Åíþ ïé ößëïé ôïõ êáé ìáèçôÝò ôïõ, ï ÄçìÞôñéïò êáé ï ÄÜìéò ôïí óõìâïýëåõáí íá öýãåé óôçí Áßãõðôï Þ ôçí Ëéâýç ãéá íá óùèåß, áõôüò áíôßèåôá áðïêñïýåé ôéò ðñïôÜóåéò öõãÞò êáé ðáñïõóéÜæåôáé áõèüñìçôá óôçí «Ñþìç ãéá íá äéêáóèåß. «¹îåñå êáé ðÜëé ðñïöáíþò üôé èá åðáêïëïýèçóç.

ÔÏ ÈÁÕÌÁ ÔÇÓ ÁÍÁËÇØÇÓ ÔÏÕ ÁÐÏËËÙÍÉÏÕ ÓÔÏÕÓ ÏÕÑÁÍÏÕÓ ÊÁÉ Ç ÅÐÁÍÅÌÖÁÍÉÓÇ ÔÏÕ

Óå ìåãÜëá ãçñáôåéÜ, êïíôÜ óôá 100, ðñáãìáôïðïéåßôáé ôï ìÝãá ãåãïíüò ôçò áíÜëçøçò ôïõ Áðïëëþíéïõ óôïõò ïõñáíïýò. ôï äñþìåíï óôçí ÊñÞôç êáèüëïõ ôõ÷áßá, åêåß äçëáäÞ üðïõ üëá îåêßíçóáí, óõíåôÝëåóèçóáí ðñþôá ôá ïñãáíùìÝíá áñ÷áßá ÅëëçíéêÜ ÌõóôÞñéá, óôçí ìçôñßäá ôïõ Ìßíùá êáé ôïõ ÑáäÜìáíèõ äýï åê ôùí ôñéþí êñéôþí ôïõ êÜôù êüóìïõ êáé óõãêåêñéìÝíá óôï éåñü óðÞëáéï ôçò Äßêôõíáò, ôçò ðüôíéáò èçñþí, ôçò êõñßáò ôùí èçñßùí, ü÷é ôõ÷áßá êáé áõôü ðåñéãñÜöåé ðÜëé ï Öéëüóôñáôïò: «Ëïéðüí ëÝíå ðùò ðÝèáíå óôçí Ëßíäï êáé ðùò ìðÞêå óôï éåñü ôçò ÁèçíÜò êáé åêåß åîáöáíßóèçêå.

Óôçí ÊñÞôç ëÝíå êÜôé ðéï èáõìáóôü áð' ü,ôé óôçí Ëßíäï üôé äçëáäÞ ï Áðïëëþíéïò æïýóå óôçí ÊñÞôç ôüôå ðïõ ôïí èáýìáæáí ðåñéóóüôåñï áðü êÜèå Üëëç öïñÜ êáé üôé ðÞãå áñãÜ ôï âñÜäõ óôï éåñü ôçò Äßêôõííáò. Ôï éåñü áõôü öõëÜãåôáé áðü óêõëéÜ ãéáôß ìÝóá õðÜñ÷ïõí ðïëëÜ ðëïýôç êáé ëÝíå ïé Êñçôåò ðùò ôá óêõëéÜ áõôÜ åßíáé ôï ßäéï Üãñéá ìå ôéò áñêïýäåò Þ ïðïéïäÞðïôå Üëëï Üãñéï èçñßï. ¼ìùò üôáí ðëçóßáóå ï Áðïëëþíéïò, äåí ãáýãéóáí êáèüëïõ, áíôßèåôá, ôïí ðëçóßáóáí êïõíþíôáò ôçí ïõñÜ, Ýôóé üðùò äåí Ýêáíáí ïýôå óå êÜðïéïí ðïëý ãíùóôü. Ïé öýëáêåò ôïõ Éåñïý ôïí óõíÝëáâáí ìå ôçí êáôçãïñßá ðùò åßíáé ìÜãïò êáé ëçóôÞò êáé ôïí Ýäåóáí ëÝãïíôáò ðùò Ýññéîå óôá óêõëéÜ ëßãï êñÝáò êáé óþðáóáí.

Ï Áðïëëþíéïò ôá ìåóÜíõ÷ôá ëýèçêå, öþíáîå áõôïýò ðïõ ôïí åß÷áí äÝóåé ãéá íá ôïí äïõí, Ýôñåîå ðñïò ôéò ðüñôåò ôïõ éåñïý ðïõ Üíïéîáí äéÜðëáôá êáé Ýêëåéóáí ìüëéò âãÞêå, üðùò Þôáí êëåéóìÝíåò ðñïçãïõìÝíùò, êáé áêïõóôÞêáí ðáñèÝíåò ðïõ ôñáãïõäïýóáí ôï Ýîçò ôñáãïýäé: «Ðïñåýóïõ áðü ôçí ãç, ðïñåýóïõ óôïí ïõñáíü, ðïñåýóïõ», äçëáäÞ áíÝâá ðÜíù áðü ôç ãç» ÂÉÂËÉÏ È»´ ÊÅÖ. XXX

ÌåôÜ ôçí áíÜëçøç ôïõ Áðïëëþíéïõ ðïëëÝò óõæçôÞóåéò åãÝíïíôï ó÷åôéêÜ ìå ôï áðßóôåõôï ãåãïíüò ôçò áíáëÞøåùò ôïõ. Ðïëëïß äåí ôï ðßóôåõáí êáé ðåéóìáôéêÜ áñíïýíôï üôé óõíÝâç. Ìßá ôÝôïéá ðåñßðôùóç ìáò ðåñéãñÜöåé êáé ï Öéëüóôñáôïò üôé óõíÝâç óôá Ôýáíá áñêåôü êáéñü ìåôÜ üôáí: «Åß÷å ðÜåé óôá Ôýáíá Ýíáò èñáóýò íÝïò, Ýôïéìïò ãéá öéëïíéêßá êáé ÷ùñßò äéÜèåóç íá ðáñáäå÷èåß ôçí áëÞèåéá. ï Áðïëëþíéïò åß÷å Þäç öýãåé áðü ôïõò áíèñþðïõò, ùóôüóï üëïé åîáêïëïõèïýóáí íá åßíáé Ýêðëçêôïé ãéá ôçí ìåôáâïëÞ ôçò öýóçò ôïõ, êáíåßò üìùò äåí ôïëìïýóå íá ðåé ðùò äåí åßíáé áèÜíáôïò. Ãé' áõôü êáé ïé ðåñéóóüôåñåò óõæçôÞóåéò áöïñïýóáí ôçí øõ÷Þ, ãéáôß Þôáí åêåß êáé ðïëëïß íÝïé ðïý åß÷áí Ýöåóç ðñïò ôçí óïößá.

Ï íÝïò üìùò ðåñß ïõ ï ëüãïò, äåí óõìöùíïýóå êáèüëïõ ìå ôçí áèáíáóßá ôçò øõ÷Þò êáé åßðå: «Åãþ, ößëïé, åäþ êáé äÝêá ìÞíåò ó÷åäüí ðáñáêáëþ ôïí Áðïëëþíéï íá ìïõ áðïêÜëõøç ôçí áëÞèåéá ó÷åôéêÜ ìå ôçí øõ÷Þ, üìùò åßíáé ôüóï íåêñüò ðïõ äåí ì' áêïýåé ðïõ ôïí ðáñáêáëþ ïýôå ìå ðåßèåé ãéá ôçí áèáíáóßá ôïõ». «¸ôóé åßðå ï íÝïò, êáé ìåôÜ áðü ðÝíôå ìÝñåò, åíþ óõæçôïýóáí ãéá ôá ßäéá ðñÜãìáôá êé áõôüí ôïí ðÞñå ï ýðíïò åêåß ðïõ ìéëïýóáí êáé ïé Üëëïé íÝïé Þôáí áðáó÷ïëçìÝíïé ìå ôá âéâëßá êáé ìå ãåùìåôñéêïýò ôýðïõò ðïõ ôïõò ÷Üñáæáí ðÜíù óôçí ãç, ðåôÜ÷èçêå áðü ôïí ýðíï ôïõ óáí ìáíéáóìÝíïò êáé, ìéóïêïéìéóìÝíïò áêüìá, ìå ôïí éäñþôá ôïõ íá ôñÝ÷åé ðïôÜìé, öþíáæå: «Óå ðéóôåýù».

¼ôáí ôïí ñþôçóáí ôé Ý÷åé ðÜèåé «äåí âëÝðåôå», åßðå, «ôïí óïöü Áðïëëþíéï ðïõ åßíáé áíÜìåóá ìáò, áêïýåé ôéò óõæçôÞóåéò ìáò êáé øÜëëåé ñáøùäßåò õðÝñï÷åò ãéá ôçí øõ÷Þ;» «Ðïý åßíáé;» ôïõ åßðáí «äåí ôïí âëÝðïõìå ðïõèåíÜ, áí êáé èá ôï èÝëáìå ðåñéóóüôåñï áðü ïðïéïäÞðïôå Üëëï áíèñþðéíï áãáèü». «Öáßíåôáé ðùò ìüíï óå ìÝíá ðáñïõóéÜóèçêå ãéá íá ìå ðåßóåé ãéá üóá äåí ðßóôåõá», åßðå ï íÝïò. «Áêïýóôå ôé ëÝåé: Ç øõ÷Þ åßíáé áèÜíáôç êáé äåí áíÞêåé óå óÝíá, Üëëá óôçí èåßá ðñüíïéá. Ôï óþìá ìáñáßíåôáé êé áõôÞ óáí ãñÞãïñï Üëïãï åëåõèåñþíåôáé áðü ôá äåóìÜ, öåýãåé ãñÞãïñá êáé ãßíåôáé Ýíá ìå ôïí åëáöñü áÝñá áðïäïêéìÜæïíôáò ôçí öïâåñÞ êáé äõóâÜóôá÷ôç öñïíôßäá.

Ôé èá êåñäßóåéò ì' áõôÜ; ÊÜðïôå, ðïõ äåí èá õðÜñ÷åéò ðéá, èá ôá ðéóôÝøåéò. ¼óï åßóáé æùíôáíüò ãéáôß ðñïóðáèåßò íá âñåéò åîçãÞóåéò ó' áõôÜ; Áõôü Þôáí óáöÞò ïìéëßá ôïõ Áðïëëùíßïõ, óáí ëüãéá èåïý, ãéá ôá ìõóôÞñéá ôçò øõ÷Þò ãéá íá âáäßæïõìå åýèõìïé êáé ìå ãíþóç ôçò öýóçò ìáò óôïí äñüìï ðïõ ïñßæïõí ïé Ìïßñåò. ÔÜöï Þ êåíïôÜöéï ôïõò áíäñüò äåí åßäá ðïõèåíÜ, ðáñ' üëï ðïõ åðéóêÝöôçêá ôï ìåãáëýôåñï ôìÞìá ôçò ãçò. Ðáíôïý ëÝãïíôáé éóôïñßåò ðáñÜäïîåò ðïõ ìéëïýí ãéá ôçí èåúêÞ öýóç ôïõ. Óôï éåñü ôïõ óôá Ôýáíá ãßíïíôáé ôåëåôÝò ðïõ ôáéñéÜæïõí óå âáóéëéÜäåò ãéáôß áêüìá êáé áõôïß ôïí èåùñïýóáí Üîéï íá ôéìÜôáé ìå ôïí ôñüðï ðïõ ôéìþíôáé ïé ßäéïé» (ÂÉÂËÉÏ È´, Êåö. ×××É)

Áðü:http://hellenicnationalreligion.blogspot.com/2010/12/blog-post_4735.html
ÐçãÞ: ÅõÜããåëïò ÌðåîÞò, Ðåñéïäéêü É÷þñ, ôåý÷ïò 25, Üñèñï «Ôá èáýìáôá ôïõ Áðïëëþíéïõ ôïõ ÔõáíÝá», óó. 28- 35
Ï Ñïäüêçðïò ðñùôïðïñåß Ðáãêüóìéá Ý÷ïíôáò êáé ðñüëçøç êáé öõóéêÞ áíôéìåôþðéóç ôïõ Êïñïíïéïý, êáé ìáò öéìþíïõí íá ìçí åíçìåñùèåß ï êüóìïò. Åíçìåñþóôå Üðáíôåò íá ãêïõãêëÜñïõí ÑÏÄÏÊÇÐÏÓ ÊÏÑÏÍÏÉÏÓ. Å÷ïõí åíçìåñùèåß ðáãêüóìéá ÐáíåðéóôÞìéá - ÊõâåñíÞóåéò https://www.rodokipos.com/ioseis-loimoxeis/koronoios/