Αποστολέας Θέμα: William S Burroughs on September Songs  (Αναγνώστηκε 1710 φορές)

Kαζαντζακικός

  • Μηνύματα: 441
  • Karma: 0
    • Προφίλ
William S Burroughs on September Songs
« στις: Ιανουάριος 01, 2010, 16:42:11 »
http://www.youtube.com/watch?v=AJTIedZVIVQ

πηγή: http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CF%8D%CF%81%CE%B9%CE%B1_%CE%A3%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1

O Γουίλιαμ Σ. Μπάροουζ ΙΙ (5 Φεβρουαρίου 1914 – 2 Αυγούστου 1997, ˈbʌroʊz) ήταν Aμερικανός νοβελίστας, δοκιμιογράφος, κοινωνικός κριτικός, ζωγράφος και ομιλητής. Το περισσότερο έργο του είναι αυτοβιογραφικό, βασιζόμενο στις προσωπικές του εμπειρίες από τον εθισμό του στο όπιο, γεγονός που σημάδεψε τα τελευταία 50 χρόνια της ζωής του. Καθοριστική παρουσία της μπητ γενιάς, ήταν ένας αβάν-γκαρντ συγγραφέας που επηρέασε τη λαϊκή κουλτούρα αλλά και τη λογοτεχνία. Το 1984 εκλέχθηκε μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας και Ινστιτούτου Γραμμάτων και Τεχνών.
Νεώτερα χρόνια και σπουδές
Ο Μπάροουζ γεννήθηκε το 1914 και ήταν ο νεώτερος από τους δύο γιους του Μόρτιμερ Π. Μπάροουζ και της Λάουρα Χάμμον Λι. Ο παππούς του ίδρυσε εταιρεία με καινοτόμους αριθμητικούς υπολογιστές που είχε εφεύρει ο ίδιος. Η μητέρα του ήταν κόρη ιερέα και ο πατέρας του είχε κατάστημα με αντίκες και είδη δώρου.

Παρακολούθησε μαθήματα στο σχολείο Τζον Μπάροουζ, στο Σεντ Λούις του Μιζούρι. Εκεί έγραψε το πρώτο του δοκίμιο με τίτλο "προσωπικός μαγνητισμός", το οποίο εκδόθηκε στην εφημερίδα του σχολείου το 1929. Μετά γράφτηκε στο σχολείο Λος Άλαμος Ραντς, στο Νέο Μεξικό, το οποίο ήταν πιεστικό γι' αυτόν. Ήταν ένα σχολείο για πλούσιους όπου «οι ανώριμοι γιοί των πλουσίων μπορούσαν να μεταμορφωθούν σε ευγενείς κύριους». Εκεί ένιωσε ερωτική επιθυμία για ένα συμφοιτητή του και κράτησε κρυφό ημερολόγιο για το γεγονός το οποίο απέκρυψε, σε όλη την εφηβεία του αλλά και ως ενήλικος, μέχρι την έκδοση του βιβλίου Γυμνό Γεύμα, με το οποίο θεωρήθηκε από το κοινό ομοφυλόφιλος συγγραφέας. Τελικά αποβλήθηκε από το σχολείο λόγω ενός καυγά με συμμαθητή του.

 Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ
Αποφοίτησε από το σχολείο Τέιλορ στο Σεντ Λούις το 1932 και πήγε στο Χάρβαρντ για να αποκτήσει πτυχίο καλών τεχνών. Το καλοκαίρι δούλεψε σαν ρεπόρτερ σε τοπική εφημερίδα αλλά η δουλειά δεν του άρεσε και αρνήθηκε να καλύψει κάποια γεγονότα, όπως το πνιγμό ενός παιδιού. Το ίδιο καλοκαίρι είχε τη πρώτη του σεξουαλική εμπειρία με μια πόρνη. Παράλληλα με τις σπουδές του στο Χάρβαρντ έκανε ταξίδια στη Νέα Υόρκη και πήγαινε σε πιάνο μπαρ και μέρη όπου σύχναζαν ομοφυλόφιλοι μαζί με τον ευκατάστατο φίλο του Ρίτσαρντ Στερν.

Αποφοίτησε από το Χάρβαρντ το 1936. Οι γονείς του αποφάσισαν μετά την αποφοίτησή του να του παραχωρήσουν μηνιαίο εισόδημα 200 δολάρια, γενναιόδωρο για την εποχή ποσό. Ήταν αρκετό για να τον συντηρεί και εγγυόταν την άνετη ζωή του για τα επόμενα 25 χρόνια. Αυτό το εισόδημα αποτέλεσε το εισιτήριο για την ελευθερία του, του έδωσε τη δυνατότητα να ζει όπου θέλει χωρίς την ανάγκη για σκληρή εργασία. Τα χρήματα αυτά προέρχονταν από τη πώληση των δικαιωμάτων της εφεύρεσης του παππού του Μπάροουζ, για 200.000 δολάρια κατά το οικονομικό κραχ του 1929
 Ευρώπη
Αφού έφυγε από το Χάρβαρντ σπούδασε για μικρό διάστημα ιατρική στη Βιέννη. Ταξιδεύοντας στην Ευρώπη ήρθε σε επαφή με ομοφυλόφιλους εκεί, έβρισκε αγόρια στις δημόσιες τουαλέτες και κινούταν σε περιθωριακούς κύκλους. Εκεί γνώρισε την Ίλζε Κλάππερ, μια εβραία που κρυβόταν από το ναζιστικό καθεστώς. Αν και δεν είχαν ποτέ σχέση την παντρεύτηκε, παρά την αντίθεση των γονιών του, για να της εξασφαλίσει την είσοδο στις Η.Π.Α. Μετά την είσοδό της στη χώρα χώρισαν αλλά παρέμειναν φίλοι για πολλά χρόνια. το 1939, η ψυχική του υγεία απασχόλησε τους γονείς του, ιδίως μετά τον αυτοτραυματισμό του στο δάχτυλο του χεριού για να εντυπωσιάσει έναν άντρα. Αυτό το γεγονός τον οδήγησε να γράψει τη μικρού μήκους ιστορία "Το Δάχτυλο".

 Ξεκίνημα των μπητ
Ο Μπάροουζ κατατάχθηκε στο στρατό των Η.Π.Α το 1942, αμέσως μετά το βομβαρδισμό του Περλ Χάρμπορ που έφερε τις Η.Π.Α στο Δεύτερο Παγκόσμιο, αλλά όταν αξιολογήθηκε ως απλός στρατιώτης και όχι αξιωματικός απογοητεύτηκε. Η μητέρα του τον απάλλαξε από τη στρατιωτική θητεία λόγω προϋπάρχουσας πνευματικής διαταραχής. Η διαδικασία πήρε 5 μήνες και όταν τελικά ήταν ελεύθερος, μετακόμισε στο Σικάγο ακολουθώντας 2 φίλους, τον Λουσιέν Καρ και τον Ντέιβιντ Κάμερερ.


 
Το μόνο πράγμα που φοβάμαι, είναι να μην γίνω μια αρμάδα που ξεκίνησε να σκίσει τον ωκεανό και τελικά βουλιάξει σε μια σπιτίσια σκάφη...

Kαζαντζακικός

  • Μηνύματα: 441
  • Karma: 0
    • Προφίλ
Απ: William S Burroughs on September Songs
« Απάντηση #1 στις: Ιανουάριος 01, 2010, 16:44:17 »
πηγή: http://www.tovima.gr/homepage.asp

Γουίλιαμ Μπάροουζ


Κυριακή 10 Αυγούστου 1997
         
Το τελευταίο γεύμα
Πλήρης ημερών άφησε την τελευταία του πνοή το περασμένο Σάββατο στο Κάνσας ο εκπρόσωπος της γενιάς των μπίτνικ




Μια βιβλιοθήκη γεμάτη ιατρικά συγγράμματα, βιβλία του Γκράχαμ Γκριν και του Τζόζεφ Κόνραντ, περιοδικά, φθηνά μυθιστορήματα και επιστημονικά άρθρα, ένα λεξικό των γάτων και μια ιστορία του διαβόλου· αρκετές γάτες να περιφέρονται στο γραφείο και στο σαλόνι· και εκείνο το ασίγαστο πάθος για τα όπλα, κλειδωμένο σε ερμάρια γεμάτα καραμπίνες, κυνηγετικά και πιστόλια, ήταν το τελευταίο σκηνικό της ζωής του Γουίλιαμ Μπάροουζ.

Από τη δεκαετία του '80 η φιγούρα του διάσημου αμερικανού συγγραφέα περιφερόταν ανάμεσα στους τοίχους ενός μικροαστικού σπιτιού στο Λόρενς του Κάνσας, σε μικρή απόσταση από τον μεγάλο κεντρικό δρόμο της πόλης. Απολάμβανε τους αργούς ρυθμούς της ζωής στην εξοχή, έπινε τον πρωινό καφέ του στην μπροστινή βεράντα του κοιτάζοντας με αποστροφή το μικρό άγαλμα βουβαλιού, «δώρο της Εντι Κέρουακ», κοιμόταν νωρίς τα βράδια και γέμιζε τις ώρες του με σκοποβολή στο υπόγειο σκοπευτήριο του σπιτιού του ή στα περισσότερο ευρύχωρα σκοπευτήρια της περιοχής. Η κοψιά του θύμιζε συχνά αυτήν του επαρχιώτη ψαρά με τα χακί πουκάμισα και τις μπότες μέσα από τα παντελόνια ­ ο ίδιος εξάλλου δεν έκρυβε την αγάπη του για το ψάρεμα ­, τα μάτια του, όμως, διαπεραστικά και αεικίνητα, πρόδιδαν πάντα τη ζωή του· μια ζωή βιωμένη στο έπακρο, που δεν έμεινε ποτέ στο περιθώριο, ακόμη και όταν η ανάλαφρη φιγούρα έγινε σκυφτή από το βάρος των χρόνων που πέρασαν.

Τριάντα οκτώ χρόνια πριν ο Γουίλιαμ Μπάροουζ, η προσωποποίηση της γενιάς του μπιτ, κλόνιζε τα θεμέλια του αμερικανικού ονείρου γράφοντας το «Γυμνό γεύμα», το βιβλίο - σκάνδαλο που έμελλε να αποτελέσει, μαζί με το «Ουρλιαχτό» του Αλεν Γκίνσμπεργκ και το «Στον δρόμο» του Τζακ Κέρουακ, το σύμβολο της παγκόσμιας επανάστασης της αντικουλτούρας στα τέλη της δεκαετίας του '60· μιας επανάστασης που γρήγορα έκανε τον γύρο του κόσμου γοητεύοντας με το μαύρο χιούμορ της, τις φουτουριστικές προφητείες της και την αναρχική στάση της ενάντια στο κατεστημένο αναγνώστες απλούς αλλά και νέους συγγραφείς μαζί με παρέες new wave μουσικών.

Εγγονός και συνονόματος του εφευρέτη της αριθμομηχανής, ο Γουίλιαμ Μπάροουζ γεννήθηκε το 1914 στο Σεν Λούις του Μισούρι από οικογένεια μεγαλοαστική που του έδωσε τη δυνατότητα να σπουδάσει λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. Το «λαμπρό μέλλον» του το εγκατέλειψε λίγο αργότερα για να ξεκινήσει την αυτοκαταστροφική του πορεία στον κόσμο των ναρκωτικών, του αλκοόλ και των καταχρήσεων. Δεδηλωμένος ομοφυλόφιλος, έζησε μια μποέμικη ζωή ταξιδεύοντας σε κέντρα αστικά, όπως το Παρίσι, η Ταγγέρη, το Λονδίνο, το Τέξας, η Νέα Ορλεάνη. Οι περιπλανήσεις του σημαδεύθηκαν από δύο τραγικά γεγονότα: την κατά λάθος δολοφονία της γυναίκας του Τζόαν Βόλμερ το 1951 σε μια ατυχή αναπαράσταση των... κατορθωμάτων του Γουλιέλμου Τέλλου και τον θάνατο του μοναδικού γιου του το 1981, μετά από εγχείρηση μεταμόσχευσης ήπατος.

Τον νομαδικό βίο εγκατέλειψε το 1974 μετά από παρότρυνση των ποιητών Αλεν Γκίνσμπεργκ και Τζον Τζιόρνο. Επιστρέφοντας στη Νέα Υόρκη ανακάλυψε ότι υπήρχε ένα ανανεωμένο ενδιαφέρον για την πρόσφατη συγγραφική του δουλειά. Η εγκατάστασή του στην Αμερική συνοδεύτηκε από την κυκλοφορία αρκετών ηχογραφήσεων με αναγνώσεις του, συλλογών από τα πρώτα γραπτά του, εκδόσεων νέων μυθιστορημάτων και σεναρίων, αλλά και έναν τίτλο αντίθετο προς αυτόν του γνήσιου επαναστάτη που κουβαλούσε σε όλη του τη ζωή: εξελέγη μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας και του Ινστιτούτου Τεχνών και Γραμμάτων.

Στις 2 Αυγούστου η καρδιά του τελευταίου επιζώντος της γενιάς των μπίτνικ, που γνωρίσαμε στην Ελλάδα μέσα από τα βιβλία του αλλά και την κινηματογραφική μεταφορά του «Γυμνού γεύματος» από τον Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ, σταμάτησε να χτυπά. «Το Βήμα» σήμερα δημοσιεύει αποσπάσματα από τη συνέντευξη που ο αμερικανός συγγραφέας έδωσε πριν από 12 χρόνια στον δημοσιογράφο Τζον Χάουελ, στο σπίτι του, στο Κάνσας. «Στη διάρκεια της συζήτησής μας ο Μπάροουζ κάπνιζε ασταμάτητα το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, ρουφούσε σιγά σιγά βότκα και κοκαΐνη (μια κι έξω) και άναβε πότε πότε και κάποιο γεμιστό. Δεδομένου ότι είναι 71 χρόνων, υπήρχαν φορές που έδειχνε έλλειψη υπομονής όταν έπρεπε να απαντήσει πολλές ερωτήσεις· οι απαντήσεις του όμως ήταν ακριβέστατες και όταν τον ενδιέφερε κάτι επεκτεινόταν, έφθανε στο σημείο να γίνει αποκαλυπτικός. Σε ολόκληρη την κουβέντα μας ο Μπάροουζ μιλούσε με τη χαρακτηριστική τραχιά, ξερή, ανέκφραστη φωνή του με την επαρχιώτικη προφορά του, που γινόταν ακόμη πιο χτυπητή καθώς ακουγόταν στο Λόρενς του Κάνσας».

­ Εχετε αναφέρει και έχετε γράψει πολλά για τα όνειρα και τις ονειρικές καταστάσεις. Αναρωτιέμαι πώς φθάνετε σε αυτές τις πτυχές της ψυχής ώστε να τις χρησιμοποιήσετε στο γράψιμο;

«Αρκετό από το υλικό μου προέρχεται από τα όνειρα. Ενα μεγάλο μέρος του υλικού μου είναι απευθείας μετεγγραφή ονείρων, με κάποια διόγκωση βέβαια. Μετά ακολουθεί μια ανατροφοδότηση ονείρων - υλικού καθώς ονειρεύεσαι αυτά που γράφεις, οπότε σε εκείνο το σημείο έρχεται και η πρώτη ανατροφοδότηση».

­ Κάνετε ποτέ αλλαγές ή προσθήκες στα ονειρικά γραπτά;

«Ω, ναι, μοιάζει με οτιδήποτε ισχύει με κάθε υλικό, με κάθε είσοδο δεδομένων για επεξεργασία. Πρέπει να τα χρησιμοποιήσεις όπως θέλεις. Το ίδιο συμβαίνει και με τα cut-up: έχεις πλήρη ελευθερία να τα αλλάξεις ή να τους κάνεις προσθήκες».

­ Υπάρχουν διαδικασίες ή τεχνικές με τις οποίες μπορείτε να ενθαρρύνετε ή να εκπαιδεύσετε τον εαυτό σας να ονειρευτεί ή να βγάλει υλικό από πηγές πέρα από τις συνειδητές;

«Υπάρχουν, δεν ξέρω όμως πόσο αποτελεσματικές είναι. Ο Χένρι Μίλερ λέει: "Ποιος γράφει τα αριστουργήματα; Οχι όσοι έχουν το όνομά τους γραμμένο επάνω, γιατί οι ίδιοι δεν είναι παρά δέκτες. Απλώς συντονίζονται με κάτι". Δεν πρόκειται για θέμα προσωπικής πρωτοτυπίας, πρόκειται για θέμα συντονισμού, γιατί τα πάντα υπάρχουν ήδη. Τώρα μήπως υπάρχουν και τεχνικές γι' αυτόν τον συντονισμό; Ναι. (...) Οπως το να δίνεις προσοχή στα όνειρά σου. Πολλοί τα ξεχνάνε αν δεν τα 'χουν γραμμένα. Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στις επιλογές του εγκεφάλου, στις επιλογές της μνήμης σε κατάσταση εγρήγορσης και της εμπειρίας του ονείρου, που είναι πολύ πιο εφήμερη. Μετά υπάρχουν και τα cut-up, όταν θέλεις να εισαγάγεις την τυχαιότητα, ένα αναπόσπαστο μέρος της εμπειρίας. Μπορούν να εφαρμοσθούν πολλές βουδιστικές ασκήσεις, αυτές της μη κατευθυνόμενης σκέψης. Αντί να προσπαθείς να λύσεις το πρόβλημα, κάθησε και κοίταξέ το χωρίς να προσπαθήσεις να δώσεις λύση. Και η λύση βρίσκεται εκεί, θα σου έρθει ή δεν θα σου έρθει, ανάλογα με την περίπτωση».

­ Στα γραπτά σας υπάρχουν διάφορα «αυτοί», «αυτές» ή «αυτά», που φαίνεται να λειτουργούν ανασταλτικά για την απόλυτη συνειδητοποίηση. Υπάρχουν φορές που τα ονομάζετε καπιταλισμό, άλλες πάλι χριστιανισμό και άλλοτε πρόκειται απλώς για το θηλυκό.

«Ή για οποιοδήποτε είδος κοινωνικής εξάρτησης. Για παράδειγμα, ο ισλαμισμός ή κάτι άλλο. Θεέ μου! Ο ισλαμισμός είναι σε όλα τα σημεία τόσο κακός όσο και ο χριστιανισμός, αν όχι χειρότερος, γιατί υπάρχουν περισσότεροι που πιστεύουν σε αυτόν».

­ Τι είναι εκείνο που οδηγεί στο παράδοξο η πνευματική άσκηση να μετατρέπεται σε μηχανισμό ελέγχου για το κλείσιμο του μυαλού;

«Πρόκειται για το παράδοξο που είναι γνωστό ως χρόνος. Οποιαδήποτε άσκηση θα παραμείνει άκαρπη, άσκοπη και στερεότυπη μες στον χρόνο. Τέτοια είναι η φύση του χρόνου».

­ Τι γνώμη έχετε όταν σας κάνουν κριτική για τη βίαιη σεξουαλική φύση των βιβλίων σας;

«Δεν είμαι της άποψης ότι οποιοδήποτε υλικό δεν πρέπει από τη φύση του να αγγίζεται. Οσον αφορά τη βία, μπορείτε να βρείτε πάμπολλα κλασικά παραδείγματά της. Συνήθως όταν ο κόσμος αντιτίθεται στη βία των βιβλίων μου, αυτό που θέλει να πει είναι ότι δεν του αρέσει το βιβλίο, πράγμα που δεν έχει καμία σχέση με την κριτική».

­ Ως τώρα έχετε κάνει τουλάχιστον δύο γενικές δηλώσεις σχετικά με τον τρόπο που λειτουργεί ο κόσμος μας: ότι «τίποτα δεν είναι τυχαίο» και ότι «δεν υπάρχουν πραγματικοί κανόνες στο Σύμπαν».

«Ας πάρουμε λοιπόν τη λέξη "πραγματικοί". Υπάρχουν κανόνες που ισχύουν για ορισμένο χρονικό διάστημα. Το ευκλείδειο Σύμπαν ίσχυε για κάποιον καιρό ώσπου ήρθε ο Αϊνστάιν με τη θεωρία των ενοποιημένων πεδίων».

­ Οταν όμως λέμε ότι δεν υπάρχουν τυχαία συμβάντα, αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει ο ντετερμινισμός κανόνων που δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτοί και δεν μπορούν να προσδιορισθούν;

«Κάθε άλλο. Δεν υπάρχουν τυχαία συμβάντα σε ό,τι ονομάζω μαγικό Σύμπαν ή στη ζωή οποιουδήποτε. Σύμπτωση δεν υπάρχει. Αυτό δεν αναφέρεται σε κάποιο προκαθορισμένο σύνολο κανόνων, σημαίνει απλώς πως οτιδήποτε συμβαίνει είναι ουσιαστικό για τον παρατηρητή γιατί το παρατηρεί. Αν δεν ήταν σημαντικό, δεν θα το έβλεπε».

­ Πώς συνδέονται αυτά τα υποκειμενικά κριτήρια με το θέμα της μυθοπλασίας και της αυτοβιογραφίας; Τα τελευταία βιβλία σας είναι κατά κάποιον τρόπο πιο αυτοβιογραφικά από τα πρώτα σας;

«Κατά μία έννοια, όλη η γραφή είναι αυτοβιογραφική. Ολα τα μυθιστορήματα είναι αυτοβιογραφικά, όπως και όλα τα μυθιστορήματα είναι συγχρόνως μυθοπλασία. Πολλοί πίστευαν ότι ο Τζακ Κέρουακ έκανε σκέτη αυτοβιογραφία. Κάθε άλλο, έκανε μυθοπλασία. Το "Στον δρόμο" θα ήταν αδύνατον να γραφεί τώρα, όπως θα ήταν αδύνατον να γραφεί και "Ο μεγάλος Γκάτσμπι" τώρα. Ενα βιβλίο εντάσσεται σε ένα γενικό πλαίσιο όσο και οτιδήποτε άλλο. Εκτός αυτού, το παρόν επηρεάζεται πάρα πολύ από το "Στον δρόμο". Ο χρόνος είναι το παν».

­ Με ποιους σύγχρονους συγγραφείς αισθάνεστε συγγένεια;

«Με τους παλιότερους, τον Κόνραντ, τον Ζενέ, τον Τζόις, τον Μπέκετ. Οσο για τους σημερινούς, με πολύ λίγους. Υπάρχουν πολλοί μοντέρνοι, οι λεγόμενοι σοβαροί μυθιστοριογράφοι, για τους οποίους δεν ξέρω τίποτα. Ο Φρέντερικ Φόρσαϊθ είναι πολύ καλός συγγραφέας. Ο κόσμος δεν βλέπει σε ποιο βαθμό είναι επαναστατικός (...)».

­ Ο λόγος για τον οποίον οι ταυτότητες των ηρώων σας είναι τόσο αόριστες, τόσο θολές, οφείλεται στην επιθυμία σας να αποφύγετε τον παραδοσιακό «ψυχολογικό ρεαλισμό»; Φθάνουν στο σημείο να αλλάξουν μορφή και σχήμα, όπως επίσης ταξιδεύουν μπρος - πίσω μες στον χρόνο.

«Εκείνο στο οποίο στοχεύω με το θόλωμα του ήρωα οφείλεται στο ότι στο Διάστημα οι άνθρωποι πιθανόν να μην είναι διαχωρισμένοι. Δεν μου φαίνεται ότι και τα σώματά τους ακόμη είναι ξεχωρισμένα. Πράγμα που σημαίνει ότι σε κάθε είδους εμπειρία τα άτομα βρίσκονται σε ένα επίπεδο σε επαφή ή ορισμένες ομάδες έρχονται σε επαφή με βάση κάποια σύμπραξη. Κατ' αυτόν λοιπόν τον τρόπο, το θόλωμα των ταυτοτήτων είναι κάτι που θα γίνει στο μέλλον. Η ιδέα πίσω απ' αυτό είναι ότι η ζωή είναι ένας αντικατοπτρισμός, μια ψευδαίσθηση. Το ότι δεν υπάρχει καμία ουσιαστική πραγματικότητα δεν είναι καινούργια ιδέα. Πλησιάζουμε κάποιες παλιότερες, αόριστες μεταφυσικές απόψεις της επιστήμης και της φυσικής. Σκεφθείτε τη διάσταση του χρόνου: η όλη πρόταση του "να 'το, εδώ είναι, μπορώ να το αγγίξω, άρα είναι πραγματικό" δεν ισχύει γιατί σε πιο παλιές εποχές δεν ήταν εκεί, όπως θα υπάρχουν και εποχές στο μέλλον όπου θα συνεχίσει να μην είναι εκεί».

­ Μπορείτε να διανοηθείτε τη δική σας γενιά των μπιτ ως κατεστημένο;

«Ναι, ως ένα βαθμό, αν και η ιστορία της λογοτεχνίας είναι κάτι που υπάρχει εδώ και πολλά χρόνια έτσι ώστε να γίνει αποδεκτή. Θέλω να πιστεύω ότι αποτελώ ένα καλό παράδειγμα. Είχα θεωρηθεί πολύ ακατανόητος από συντηρητικούς κριτικούς όταν πρωτοεμφανίστηκαν τα βιβλία μου, τώρα όμως πια δεν συμβαίνει αυτό».
Το μόνο πράγμα που φοβάμαι, είναι να μην γίνω μια αρμάδα που ξεκίνησε να σκίσει τον ωκεανό και τελικά βουλιάξει σε μια σπιτίσια σκάφη...